Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2012

Καζαντζίδης και έντεχνο


Του Ηρακλή Οικονόμου

 Η Σχέση του Καζαντζίδη με το έντεχνο-λαϊκό τραγούδι που εξέφρασαν οι μεγάλοι συνθέτες των δεκαετιών του '60 και του '70 είναι ποσοτικά μικρή και χρονικά ασυνεχής.
Από πλευράς ολοκληρωμένων δισκογραφικών καταθέσεων υπάρχουν οι δίσκοι Καταχνιά, του Χρήστου Λεοντή σε στίχους Κώστα Βίρβου (1964), και Στην Ανατολή, του Μίκη Θεοδωράκη σε στίχους του συνθέτη και των Μ. Κακογιάννη, Γ. Καλαμίτση και Κ. Στυλιάτη (1974), έργα μεγάλης μουσικής και ποιητικής αξίας.
Από πλευράς μεμονωμένων τραγουδιών και συμμετοχών ξεχωρίζουν οι ιστορικές συνεργασίες του Καζαντζίδη με τον Θεοδωράκη στη συναυλία στο «Κεντρικόν» το 1961 και στο θεατρικό «Όμορφη Πόλις» το 1962, καθώς και τα τέσσερα τραγούδια του  Μάνου Χατζιδάκη που ηχογράφησε ο Καζαντζίδης με τη Μαρινέλλα το 1961. Αθήνα, Κουρασμένο παλικάρι, Το πέλαγος είναι βαθύ σε στίχους Νίκου Γκάτσου και Ο κυρ Αντώνης σε στίχους του συνθέτη. 
Πάνω κάτω την ίδια περίοδο συμμετέχει μαζί με την Μαρινέλλα στην Πολιτεία του Μίκη Θεοδωράκη, σε στίχους των Τάσου Λειβαδίτη και Δημήτρη Χριστοδούλου, ερμηνεύοντας με τον μοναδικό του τρόπο
τα σπουδαία τραγούδια Παράπονο, Μετανάστης, Σαββατόβραδο, Έχω μια αγάπη, ( και τον Καημό που όμως δεν περιελήφθη στο lp). Επίσης ο Καζαντζίδης απέδωσε το τραγούδι, Ποιος δρόμος είναι ανοιχτός, με μουσική Γιάννη Μαρκόπουλου, πάνω σε  στίχους του Δημήτρη Χριστοδούλου, που ακούστηκε στην ταινία Οι αδίστακτοι (σενάριο Νίκος Φώσκολος σκηνοθεσία Ντίνος Κατσουρίδης) πάλι μαζί με τη Μαρινελλα. Ακόμα επανεκτέλεσε τη Φτωχολογιά και την Άπονη Ζωή, των Ξαρχάκου και Παπαδόπουλο, το 1965 όταν άλλαξε εταιρεία ( από την Columbia όπου ξεκίνησε την καριέρα του το 1952, πήγε στην Odeon μετέπειτα Minos).

Την ίδια περίοδο ερμήνευσε δημιουργίες των Γ Κατσαρού, Πάνου Τριανταφυλλίδη, αλλά και των Απόστολου Καλδάρα, Μανώλη Χιώτη, Λάκη Καρνέζη και Κώστα Παπαδόπουλου με σαφώς έντεχνη χροιά. Και σε όλα αυτά πρέπει να προστεθούν τα δύο κλασικά, Όταν βλέπεται να κλαίω και Δεν θα ξαναγαπήσω, των Μάνου Λοίζου -Λευτέρη Παπαδόπουλου.
Οι συγκεκριμένοι δίσκοι και τα τραγούδια έγραψαν χρυσές σελίδες στην ιστορία του έντεχνου-λαϊκού τραγουδιού. Όμως συνολικά η συμμετοχή του Καζαντζίδη σε αυτό το ρεύμα είναι περιορισμένη. Ο Στέλιος Ελληνιάδης δίνει την δική του ερμηνεία.
«Στην αρχή της δεκαετίας του '60, όταν τραγουδάει Χατζιδάκη και Θεοδωράκη, ο Καζαντζίδης είναι στα φόρτε του με επιτυχίες που λειώνουν τις βελόνες των πικάπ από τη Θεσσαλονίκη και τη Στουτγάρδη ως τη Μελβούρνη και το Πίτσμπουργκ.
Κι αυτό ίσως είναι ο λόγος που οι έντεχνοί δεν επενδύουν πάνω του. Παρόλο που οι ερμηνείες του είναι αξεπέραστες, σφραγίζει  τα τραγούδια τους με την δική του προσωπικότητα».
Αυτή η θέση όμως εμπεριέχει ένα παράδοξο. Υπάρχει συνθέτης που να μη θέλει να φτάσει το έργο του στα πέρατα του κόσμου, με  όχημα μια αρτιότατη, μεγάλη φωνή; Προφανώς όχι.

Ίσως η απάντηση στον γρίφο να βρίσκεται στον ίδιο τον Καζαντζίδη, στο αισθητικό και κοινωνικό φορτίο που εξέφρασε και στην πρόσληψη αυτού του φορτίου από τους εκτός των λαϊκών τειχών δημιουργούς. Για κάποιους ο Καζαντζίδης έγινε συνώνυμος με δύο προβληματικά χαρακτηριστικά.  Σε μουσικό επίπεδο με  την εισαγωγή καθαρόαιμων ανατολίτικων μοτίβων ή και ολόκληρων τραγουδιών, και σε στιχουργικό επίπεδο με τον τονισμό του  αναπόφευκτου της ταξικής μοίρας και του πόνου που αποπνέεται απ' αυτήν. Για μια γενιά συνθετών με εμπειρίες από το εξωτερικό, οπλισμένων με βέλη από τη φαρέτρα της δυτικής μουσικής πρωτοπορίας, και ταγμένων στο αίτημα της μεταφοράς της υψηλής
ποίησης στον λαό, αυτά τα χαρακτηριστικά δεν ήταν πάντα ευπρόσδεκτα. Ναι μεν είχε προηγηθεί η ένταξη του ρεμπέτικου στον κυρίαρχο μηχανισμό του τραγουδιού από συνθέτες όπως ο Μάνος Χατζιδάκης, αλλά ως γηγενές πολιτιστικό στοιχείο, και όχι ως κάτι μιμητικό όπως τα τραγούδια από τα βάθη της ανατολής.
Ως επί το πλείστον, το έντεχνο λαϊκό διαφοροποιήθηκε από το καθεαυτό λαϊκό τραγούδι διεκδικώντας την ηγεμονία σε επίπεδο έθνους και όχι κοινωνικής τάξης. Όπως σημειώνει ο Γιώργος Τσάπρας  «ο Καζαντζίδης με το τραγούδι, αλλά και με τη ζωή του υπερασπίστηκε μέχρι τέλους την ταπεινή καταγωγή του λαϊκού τραγουδιού».
Αντίθετα το έντεχνο βασίστηκε στην υπέρβαση της, μέσω της ένταξης του σε μια φιλολογία περί ελληνικότητας και εθνικής ταυτότητας. Τη στιγμή που ο Καζαντζίδης «οπτικοποιούσε» την νομοτέλεια της προσφυγιάς της μετανάστευσης, της φτώχειας, το έντεχνο λαϊκό επεδίωκε την ένταξή του μέσα στο σύστημα ενός νέου «εθνικού πολιτισμού», βασιζόμενο στην αντικειμενική, ή ιδεατή υποχώρηση αυτής της νομοτέλειας. Σε όλα αυτά προσθέστε και τη δωδεκαετή (1975- 1987) δισκογραφική σιωπή του Καζαντζίδη, σε μια περίοδο όπου π.χ. η Σωτηρία Μπέλλου εντασσόταν αρμονικά στο έντεχνο συνεργαζόμενη με κορυφαίους συνθέτες του.

Καθόλου εποικοδομητική δε, στάθηκε και η μυθοποίηση του Καζαντζίδη από τους πιστούς θαυμαστές του. Κάθε μύθος περιέχει στοιχεία που ανταποκρίνονται στην αλήθεια, τα οποία όμως εντάσσονται σε ένα πλαίσιο αφήγησης τόσο γραμμικό και απλουστευτικό, ώστε να καταλήγουν τελικά να αποστασιοποιούνται εντελώς από την πραγματικότητα. Συνέπεια της μυθοποίησης υπήρξε η επιπόλαιη και μονοδιάστατη αποτίμηση του Καζαντζίδη, η παράβλεψη του μεγάλου εύρους και βάθους του έργου του, και ο εγκλωβισμός της κληρονομιάς του σε ένα μόνο είδος  τραγουδιού - η μάλλον στην καρικατούρα του.
Η υποχώρηση του έντεχνου λαϊκού, που συμβαδίζει, με την αποχώρηση των μεγάλων συνθετών, σημαίνει ότι η συγκεκριμένη συζήτηση αφορά περισσότερο τον ιστορικό του μέλλοντος παρά τον ακροατή-αναγνώστη του παρόντος. Από τα τέλη της δεκαετίας του '80 ένα παλλόμενο μουσικό ρεύμα, η σκηνή του έντεχνου, παρέλαβε τη σκυτάλη της κοινωνικής αποδοχής και αισθητικής ηγεμονίας.

Εκπρόσωποι αυτού του  ρεύματος όπως Θέμος Σκανδάμης, Λάκης με τα ψηλά ρεβερ, Δαναη Παναγιωτοπούλου, Φοιβός Δεληβοριάς κ.ά εκφράζουν τις απόψεις τους.
Κοινός παρονομαστής η αναγνώριση της φωνής του Καζαντζίδη και του τρόπου με τον οποίο εξέφρασε μια εποχή. Η άποψη που με διορατικότητα εξέφρασε ο Μανώλης Ρασούλης το 1983 συνιστά πλέον κοινό τόπο όλων. «Αν ρωτήσεις τον Καζαντζίδη από τι βιοστοιχεία αποτελούνται οι φωνητικές του χορδές δεν θα ξέρει να σου πει, Όμως από ένστικτο αισθάνθηκε κάποια στιγμή ότι θα έπαιζε πρωταρχικό ρόλο στην τελική διαμόρφωση της φυσιογνωμίας του ελληνικού τραγουδιού, και μοιραία της πολιτιστικής φυσιογνωμίας του νεοελληνικού έθνους, και φαίνεται. Όταν τραγουδά έχει μια έκφραση οδύνης και αγαλλίασης συγχρόνως, χαρακτηριστικό δυνατών στιγμών ζωής».

Και τόσα χρόνια μετά τον θάνατο του, η κληρονομιά του Στέλιου Καζαντζίδη παραμένει ζωντανή, πέρα από φολκλόρ, υμνολογίες, μουσικές «όχθες», και ποδοσφαιρικούς διαχωρισμούς.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου